- ομόθρονος
- -η, -ο (ΑΜ ὁμόθρονος, -ον)αυτός που μοιράζεται τον ίδιο θρόνο με άλλον («Ζηνὸς ὑψίστου κασιγνήτα καὶ ὁμοθρόνου Ἥρας», Πίνδ.).[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + θρόνος (πρβλ. χρυσό-θρονος)].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
ὁμόθρονος — sharing the same throne masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὁμόθρονον — ὁμόθρονος sharing the same throne masc/fem acc sg ὁμόθρονος sharing the same throne neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὁμοθρόνου — ὁμόθρονος sharing the same throne masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὁμοθρόνους — ὁμόθρονος sharing the same throne masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὁμοθρόνων — ὁμόθρονος sharing the same throne masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὁμόθρονα — ὁμόθρονος sharing the same throne neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὁμόθρονε — ὁμόθρονος sharing the same throne masc/fem voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὁμόθρονοι — ὁμόθρονος sharing the same throne masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θρόνος — Υψηλό κάθισμα με βραχίονες, ερεισίνωτο και υποπόδιο· μεταφορικά, το αξίωμα των βασιλιάδων και των αρχιερέων, καθώς και η εξουσία ή και η περιφέρεια στην οποία ασκείται η εξουσία επισκόπου. Από τους αρχαίους χρόνους ο θ. αποτελούσε τιμητικό… … Dictionary of Greek
ομ(ο)- — [ΑΜ ὁμ(ο) ] α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. ὁμός και δηλώνει ότι: α) κάτι γίνεται μαζί, ταυτοχρόνως με κάτι άλλο (πρβλ. ομο βλαστώ, ομο βροντία, ομό δουπος, ομό ζευκτος, ομο θαμνώ) β) το δηλούμενο … Dictionary of Greek